Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ὠλεσίβωλος
ὠλεσίκαρπος
ὠλεσίοικος
ὦλξ
ὠμαχθής
ὠμηστής
ὤμιον
ὠμοβόειος
ὠμοβρώς
ὠμογέρων
ὠμοδακής
ὠμόδροπος
ὠμοθετέω
ὤμοι
ὠμοκρατής
ὠμοπλάτη
ὠμόσιτος
ὠμοσπάρακτος
ὠμός
ὦμος
ὠμότης
View word page
ὠμοδακής
ὠμοδακής ὠμο-δᾰκής, ές δάκνω fiercely gnawing, Aesch.

ShortDef

fiercely gnawing

Debugging

Headword:
ὠμοδακής
Headword (normalized):
ὠμοδακής
Headword (normalized/stripped):
ωμοδακης
IDX:
36368
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n36409
Key:
w)modakh/s

Data

{'content': 'ὠμοδακής\n ὠμο-δᾰκής, ές\n δάκνω\n fiercely gnawing, Aesch.', 'key': 'w)modakh/s'}