ὠμοβόειος
ὠμοβόειος
ὠμο-βόειος, Ionic -βόεος, or ὠμοβόϊνος, η, ον
of raw, untanned ox-hide, Hdt., Xen.:— ἡ ὠμοβοέη (sc. δορά) a raw ox-hide, Hdt.
{ "content": "ὠμοβόειος\n ὠμο-βόειος, Ionic -βόεος, or ὠμοβόϊνος, η, ον\n of raw, untanned ox-hide, Hdt., Xen.:— ἡ ὠμοβοέη (sc. δορά) a raw ox-hide, Hdt.", "key": "w)mobo/eios" }