Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

ψυχρολόγος
ψυχρόομαι
ψυχρός
ψυχρότης
ψύχω
ψωλός
ψωμίζω
ψωμίον
ψώμισμα
ψωμός
ψωραλέος
ψώρα
ψωράω
ψώχω
ὠβάζω
ὠβά
ὠγμός
Ὠγυγία
Ὠγύγιος
ᾨδεῖον
ὧδε
View word page
ψωραλέος
ψωραλέος from ψώρα ψωρᾰλέος, η, ον, scabby, mangy, Xen.

ShortDef

scabby, mangy

Debugging

Headword:
ψωραλέος
Headword (normalized):
ψωραλέος
Headword (normalized/stripped):
ψωραλεος
IDX:
36297
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n36338
Key:
ywrale/os

Data

{'content': 'ψωραλέος\n from ψώρα\n ψωρᾰλέος, η, ον,\n scabby, mangy, Xen.', 'key': 'ywrale/os'}