ψυχρολογέω
ψυχρολογέω
ψυχρολογέω,
fut. -ήσω
from ψυχρολόγος
to use frigid phrases, Luc.
{ "content": "ψυχρολογέω\n ψυχρολογέω,\n fut. -ήσω\n from ψυχρολόγος\n to use frigid phrases, Luc.", "key": "yuxrologe/w" }