Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
ψυχίδιον
ψυχικός
ψυχοδαϊκτής
ψυχοδοτήρ
ψυχολιπής
ψυχομαχέω
ψυχομαχία
ψυχοπλανής
ψυχοπομπός
ψυχορραγέω
ψυχορραγής
ψῦχος
ψυχοσσόος
ψυχοτακής
ψυχόω
ψυχροδόχος
ψυχρολογέω
ψυχρολογία
ψυχρολόγος
ψυχρόομαι
ψυχρός
View word page
ψυχορραγής
ψυχορραγής ψῡχορ-ρᾰγής, ές ῥήγνυμι letting the soul break loose, hence lying at the last gasp, Eur.
ShortDef
letting the soul break loose
Debugging
Headword:
ψυχορραγής
Headword (normalized):
ψυχορραγής
Headword (normalized/stripped):
ψυχορραγης
IDX:
36279
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n36320
Key:
yuxorragh/s
Data
{'content': 'ψυχορραγής\n ψῡχορ-ρᾰγής, ές\n ῥήγνυμι\n letting the soul break loose, hence lying at the last gasp, Eur.', 'key': 'yuxorragh/s'}