ψιλικός
ψιλικός
ψῑλῐκός, ή, όν
of or for a light-armed soldier (ψιλός) : τὰ ψιλικά, = οἱ ψιλοί, the light troops, Luc.
{ "content": "ψιλικός\n ψῑλῐκός, ή, όν\n of or for a light-armed soldier (ψιλός) : τὰ ψιλικά, = οἱ ψιλοί, the light troops, Luc.", "key": "yiliko/s" }