χωρογραφικός
χωρογραφικός
χωρογρᾰφικός, ή, όν
of or for the description of countries, Strab.
from χωρογράφος (ᾰ)
{ "content": "χωρογραφικός\n χωρογρᾰφικός, ή, όν\n of or for the description of countries, Strab.\n from χωρογράφος (ᾰ)", "key": "xwrografiko/s" }