χυτλάζω
χυτλάζω
χυτλάζω,
fut. -άσω
to pour out: metaph. to throw carelessly down, χύτλασον σεαυτὸν ἐν τοῖς στρώμασιν Ar.
{ "content": "χυτλάζω\n χυτλάζω,\n fut. -άσω\n to pour out: metaph. to throw carelessly down, χύτλασον σεαυτὸν ἐν τοῖς στρώμασιν Ar.", "key": "xutla/zw" }