χρυσωρυχεῖον
χρυσωρυχεῖον
χρῡσωρῠχεῖον, ου, τό,
a gold-mine, Strab.
from χρῡσωρύχος (ωρῠ)
{ "content": "χρυσωρυχεῖον\n χρῡσωρῠχεῖον, ου, τό,\n a gold-mine, Strab.\n from χρῡσωρύχος (ωρῠ)", "key": "xruswruxei=on" }