χρυσοφύλαξ
χρυσοφύλαξ
χρῡσο-φύλαξ (φῠ), ακος,
keeping gold, χρ. θύλακος a money bag, Plut.:—as Subst. a gold-keeper, Hdt., Eur.
{ "content": "χρυσοφύλαξ\n χρῡσο-φύλαξ (φῠ), ακος,\n keeping gold, χρ. θύλακος a money bag, Plut.:—as Subst. a gold-keeper, Hdt., Eur.", "key": "xrusofu/lac" }