χρονοτριβέω
χρονοτριβέω
χρονο-τρῐβέω,
fut. -ήσω
τρίβω
to waste time, loiter, Arist., NTest.
c. acc., χρ. τὸν πόλεμον to protract the war, Plut.
{ "content": "χρονοτριβέω\n χρονο-τρῐβέω,\n fut. -ήσω\n τρίβω\n to waste time, loiter, Arist., NTest.\n c. acc., χρ. τὸν πόλεμον to protract the war, Plut.", "key": "xronotribe/w" }