χρηματοδαίτης
χρηματοδαίτης
χρημᾰτο-δαίτης, ου, ὁ,
δαίω
a divider of wealth, Aesch.
{ "content": "χρηματοδαίτης\n χρημᾰτο-δαίτης, ου, ὁ,\n δαίω\n a divider of wealth, Aesch.", "key": "xrhmatodai/ths" }