χρηματικός
χρηματικός
χρημᾰτικός, ή, όν
χρῆμα
of or for money, χρ. ζημία a money fine, Plut.; χρ. συμβόλαια money contracts, Plut.; οἱ χρηματικοί the moneyed men, Plut.
{ "content": "χρηματικός\n χρημᾰτικός, ή, όν\n χρῆμα\n of or for money, χρ. ζημία a money fine, Plut.; χρ. συμβόλαια money contracts, Plut.; οἱ χρηματικοί the moneyed men, Plut.", "key": "xrhmatiko/s" }