χρεμετισμός
χρεμετισμός
from χρεμετίζω
χρεμετισμός, οῦ, ὁ,
a neighing, whinnying, Ar.
{ "content": "χρεμετισμός\n from χρεμετίζω\n χρεμετισμός, οῦ, ὁ,\n a neighing, whinnying, Ar.", "key": "xremetismo/s" }