χοροιτύπος
χοροιτύπος
χοροι-τύπος (ῠ), ον,
cf. χοροίτυπος
Epic for χοροτύπος
beating the ground in the dance, dancing, Pind.
{ "content": "χοροιτύπος\n χοροι-τύπος (ῠ), ον,\n cf. χοροίτυπος\n Epic for χοροτύπος\n beating the ground in the dance, dancing, Pind.", "key": "xoroitu/pos" }