χορηγικός
χορηγικός
χορηγικός, ή, όν
of or for a χορηγός, χ. ἀγῶνες rivalry in bringing out choruses, Xen.
{ "content": "χορηγικός\n χορηγικός, ή, όν\n of or for a χορηγός, χ. ἀγῶνες rivalry in bringing out choruses, Xen.", "key": "xorhgiko/s" }