Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
χολόω
χολώδης
χολωτός
χονδρός
χόνδρος
χοραύλης
χόρδευμα
χορδεύω
χορδή
χορεία
χόρευμα
χορευτέος
χορευτής
χορευτικός
χορεύω
χορηγεῖον
χορηγέω
χορηγία
χορηγικός
χορήγιον
χορηγός
View word page
χόρευμα
χόρευμα χόρευμα, ατος, τό, χορεύω a choral dance, Eur.
ShortDef
a choral dance
Debugging
Headword:
χόρευμα
Headword (normalized):
χόρευμα
Headword (normalized/stripped):
χορευμα
Intro Text:
χόρευμα χόρευμα, ατος, τό, χορεύω a choral dance, Eur.
IDX:
35844
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n35885
Key:
xo/reuma
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "χόρευμα\n χόρευμα, ατος, τό,\n χορεύω\n a choral dance, Eur.", "key": "xo/reuma" }