χοιροκτόνος
χοιροκτόνος
χοιρο-κτόνος, ον,
κτείνω
χοιροκτόνοι καθαρμοί purification by the sacrifice of swine, Aesch.
{ "content": "χοιροκτόνος\n χοιρο-κτόνος, ον,\n κτείνω\n χοιροκτόνοι καθαρμοί purification by the sacrifice of swine, Aesch.", "key": "xoirokto/nos" }