χιών
χιών
χιών, όνος, ἡ,
snow, Hom., etc.; νιφάδες χιόνος snow flakes, Il.; χιὼν πίπτουσα Hdt.; χιόνι κατανίφει Ar.
snow-water, ice-cold water, Eur.
From Root !χι, cf. χεῖμα, Lat. hiems.
{ "content": "χιών\n χιών, όνος, ἡ,\n snow, Hom., etc.; νιφάδες χιόνος snow flakes, Il.; χιὼν πίπτουσα Hdt.; χιόνι κατανίφει Ar.\n snow-water, ice-cold water, Eur.\n From Root !χι, cf. χεῖμα, Lat. hiems.", "key": "xiw/n" }