χιονόκτυπος
χιονόκτυπος
χιονό-κτῠπος, ον,
τύπτω with κ inserted
snow-beaten, Soph.
{ "content": "χιονόκτυπος\n χιονό-κτῠπος, ον,\n τύπτω with κ inserted\n snow-beaten, Soph.", "key": "xiono/ktupos" }