Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

χίμαιρα
χιμαιροθύτης
χιμαιροφόνος
χιμάραρχος
χίμαρος
χιμαροσφακτήρ
χίμετλον
Χιογενής
χιόνεος
χιονίζω
χιονόβλητος
χιονοθρέμμων
χιονόκτυπος
χιονοτρόφος
χιονόχρως
χιονώδης
Χίος
Χῖος
χῖ
χιτωνάριον
χιτώνιον
View word page
χιονόβλητος
χιονόβλητος χιονό-βλητος, ον, snow-beaten, Ar.

ShortDef

snow-beaten

Debugging

Headword:
χιονόβλητος
Headword (normalized):
χιονόβλητος
Headword (normalized/stripped):
χιονοβλητος
IDX:
35743
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n35784
Key:
xiono/blhtos

Data

{'content': 'χιονόβλητος\n χιονό-βλητος, ον,\n snow-beaten, Ar.', 'key': 'xiono/blhtos'}