χερόπληκτος
χερόπληκτος
χερό-πληκτος, ον,
stricken by the hand, χερόπληκτοι δοῦποι the sound of beating with the hand, Soph.
{ "content": "χερόπληκτος\n χερό-πληκτος, ον,\n stricken by the hand, χερόπληκτοι δοῦποι the sound of beating with the hand, Soph.", "key": "xero/plhktos" }