χερνητικός
χερνητικός
from χερνήτης
χερνητικός, ή, όν
of or for a day-labourer: τὸ χ., the proletariate, Arist.
{ "content": "χερνητικός\n from χερνήτης\n χερνητικός, ή, όν\n of or for a day-labourer: τὸ χ., the proletariate, Arist.", "key": "xernhtiko/s" }