χειροτεχνικός
χειροτεχνικός
χειροτεχνικός, ή, όν
from χειροτέχνης
of or for handicraft, skilful, χειροτεχνικώτατος Ar.
of artisans, Plat.
{ "content": "χειροτεχνικός\n χειροτεχνικός, ή, όν\n from χειροτέχνης\n of or for handicraft, skilful, χειροτεχνικώτατος Ar.\n of artisans, Plat.", "key": "xeirotexniko/s" }