χειμάρροος
χειμάρροος
χειμάρ-ρους, ουν,
ῥέω
winter-flowing, swollen by rain and melted snow, ποταμὸς χ. Il., Hdt.; παρὰ ῥείθροισι χειμάρροις Soph.; φάραγγες ὕδατι χειμάρρῳ ῥέουσαι Eur.
as Subst. (without ποταμός) , a torrent, Xen., Dem.
like χαράδρα II. 2, a conduit, Dem.
Headword (normalized):
χειμάρροος
Headword (normalized/stripped):
χειμαρροος
Intro Text:
χειμάρροος
χειμάρ-ρους, ουν,
ῥέω
winter-flowing, swollen by rain and melted snow, ποταμὸς χ. Il., Hdt.; παρὰ ῥείθροισι χειμάρροις Soph.; φάραγγες ὕδατι χειμάρρῳ ῥέουσαι Eur.
as Subst. (without ποταμός) , a torrent, Xen., Dem.
like χαράδρα II. 2, a conduit, Dem.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n35635
No citations.
{
"content": "χειμάρροος\n χειμάρ-ρους, ουν,\n ῥέω\n winter-flowing, swollen by rain and melted snow, ποταμὸς χ. Il., Hdt.; παρὰ ῥείθροισι χειμάρροις Soph.; φάραγγες ὕδατι χειμάρρῳ ῥέουσαι Eur.\n as Subst. (without ποταμός) , a torrent, Xen., Dem.\n like χαράδρα II. 2, a conduit, Dem.",
"key": "xeima/rrous"
}