χειμάδιον
χειμάδιον
from χεῖμα
χειμάδιον, ου, τό,
a winter-dwelling, winter-quarters, χειμαδίῳ χρῆσθαι Λήμνῳ Dem.:—mostly in pl., χειμάδια πήγνυσθαι to fix oneʼs winter-quarters, Plut.
{ "content": "χειμάδιον\n from χεῖμα\n χειμάδιον, ου, τό,\n a winter-dwelling, winter-quarters, χειμαδίῳ χρῆσθαι Λήμνῳ Dem.:—mostly in pl., χειμάδια πήγνυσθαι to fix oneʼs winter-quarters, Plut.", "key": "xeima/dion" }