χαριτοβλέφαρος
χαριτοβλέφαρος
χαρῐτο-βλέφᾰρος, ον,
βλέφαρον
with eyelids or eyes like the Charites, Anth.
{ "content": "χαριτοβλέφαρος\n χαρῐτο-βλέφᾰρος, ον,\n βλέφαρον\n with eyelids or eyes like the Charites, Anth.", "key": "xaritoble/faros" }