χαρακτός
χαρακτός
χᾰρακτός, ή, όν
verb. adj. of χαράσσω
notched, toothed,
like a saw or file, Anth.
{ "content": "χαρακτός\n χᾰρακτός, ή, όν\n verb. adj. of χαράσσω\n notched, toothed,\n like a saw or file, Anth.", "key": "xarakto/s" }