Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
χαμαιγενής
χαμαιεύνης
χαμαίζηλος
χαμαικοιτέω
χαμαικοίτης
χαμαιλεχής
χαμαιλέων
χαμαί
χαμαιπετής
χαμαιτυπεῖον
χαμαιτύπη
χαμερπής
χαμεύνη
χαμηλός
χαμόθεν
χάμψαι
Χαναναῖος
χανδάνω
χανδόν
χάν
χάος
View word page
χαμαιτύπη
χαμαιτύπη χᾰμαι-τύ_πη, ἡ, τύπτω a harlot.
ShortDef
a harlot
Debugging
Headword:
χαμαιτύπη
Headword (normalized):
χαμαιτύπη
Headword (normalized/stripped):
χαμαιτυπη
Intro Text:
χαμαιτύπη χᾰμαι-τύ_πη, ἡ, τύπτω a harlot.
IDX:
35512
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n35552
Key:
xamaitu/ph
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "χαμαιτύπη\n χᾰμαι-τύ_πη, ἡ,\n τύπτω\n a harlot.", "key": "xamaitu/ph" }