χαμαικοιτέω
χαμαικοιτέω
χᾰμαικοιτέω,
fut. -ήσω
to lie on the ground, Luc.
from χᾰμαικοίτης
{ "content": "χαμαικοιτέω\n χᾰμαικοιτέω,\n fut. -ήσω\n to lie on the ground, Luc.\n from χᾰμαικοίτης", "key": "xamaikoite/w" }