Χαλυβδικός
Χαλυβδικός
Χᾰλυβδικός, ή, όν
Chalybian: Χαλυβδικόν, οῦ, steel, Eur.
from χάλυβος
{ "content": "Χαλυβδικός\n Χᾰλυβδικός, ή, όν\n Chalybian: Χαλυβδικόν, οῦ, steel, Eur.\n from χάλυβος", "key": "*xalubdiko/s" }