Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
χαλκόστομος
χαλκότευκτος
χαλκότοξος
χαλκοτορέω
χαλκότορος
χαλκοτύπος
χαλκότυπος
χαλκουργικός
χαλκουργός
χαλκοῦς
χαλκοφάλαρος
χαλκοχάρμης
χαλκοχίτων
χαλκόχυτος
χαλκόω
χάλκωμα
Χαλυβδικός
χάλυβος
Χάλυψ
χαμάδις
χαμᾶζε
View word page
χαλκοφάλαρος
χαλκοφάλαρος χαλκο-φάλᾰρος, ον, φάλαρα adorned with brass, Ar.
ShortDef
adorned with brass
Debugging
Headword:
χαλκοφάλαρος
Headword (normalized):
χαλκοφάλαρος
Headword (normalized/stripped):
χαλκοφαλαρος
IDX:
35490
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n35530
Key:
xalkofa/laros
Data
{'content': 'χαλκοφάλαρος\n χαλκο-φάλᾰρος, ον,\n φάλαρα\n adorned with brass, Ar.', 'key': 'xalkofa/laros'}