Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
χαλκόπεδος
χαλκόπλευρος
χαλκοπληθής
χαλκόπληκτος
χαλκόπους
χαλκόπυλος
χαλκοπώγων
χαλκός
χαλκοστέφανος
χαλκόστομος
χαλκότευκτος
χαλκότοξος
χαλκοτορέω
χαλκότορος
χαλκοτύπος
χαλκότυπος
χαλκουργικός
χαλκουργός
χαλκοῦς
χαλκοφάλαρος
χαλκοχάρμης
View word page
χαλκότευκτος
χαλκότευκτος χαλκό-τευκτος, ον, made of brass, Eur.
ShortDef
made of brass
Debugging
Headword:
χαλκότευκτος
Headword (normalized):
χαλκότευκτος
Headword (normalized/stripped):
χαλκοτευκτος
Intro Text:
χαλκότευκτος χαλκό-τευκτος, ον, made of brass, Eur.
IDX:
35481
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n35521
Key:
xalko/teuktos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "χαλκότευκτος\n χαλκό-τευκτος, ον,\n made of brass, Eur.", "key": "xalko/teuktos" }