χαλκόστομος
χαλκόστομος
χαλκό-στομος, ον,
στόμα
with brasen mouth, χ. κώδων Τυρσηνική, i. e. a trumpet, Soph.
with edge or point of brass, Aesch.
{ "content": "χαλκόστομος\n χαλκό-στομος, ον,\n στόμα\n with brasen mouth, χ. κώδων Τυρσηνική, i. e. a trumpet, Soph.\n with edge or point of brass, Aesch.", "key": "xalko/stomos" }