χαλκοβαρής
χαλκοβαρής
χαλκο-βᾰρής, ές
βάρος
heavy or loaded with brass, Hom.:—also fem. χαλκοβάρεια, (as if from χαλκόβαρυς) , Hom.
{ "content": "χαλκοβαρής\n χαλκο-βᾰρής, ές\n βάρος\n heavy or loaded with brass, Hom.:—also fem. χαλκοβάρεια, (as if from χαλκόβαρυς) , Hom.", "key": "xalkobarh/s" }