χαλκευτής
χαλκευτής
χαλκευτής, οῦ, ὁ,
= χαλκεύς, Anth.
No short def.
Headword (normalized):
χαλκευτής
Headword (normalized/stripped):
χαλκευτης
Intro Text:
χαλκευτής
χαλκευτής, οῦ, ὁ,
= χαλκεύς, Anth.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n35479
No citations.
{
"content": "χαλκευτής\n χαλκευτής, οῦ, ὁ,\n = χαλκεύς, Anth.",
"key": "xalkeuth/s"
}