χαλαρός
χαλαρός
χᾰλᾰρός, ά, όν
χαλάω
slack, loose, Thuc., Xen.;x. κοτυληδών a loose, supple joint, Ar.; χ. ἁρμονίαι loose, languid, effeminate music, Plat.
{ "content": "χαλαρός\n χᾰλᾰρός, ά, όν\n χαλάω\n slack, loose, Thuc., Xen.;x. κοτυληδών a loose, supple joint, Ar.; χ. ἁρμονίαι loose, languid, effeminate music, Plat.", "key": "xalaro/s" }