φωταγωγός
φωταγωγός
φωτ-ᾰγωγός, όν
guiding with a light: φωταγωγός (sc. θύρα) , an opening for light, a window, Luc.
{ "content": "φωταγωγός\n φωτ-ᾰγωγός, όν\n guiding with a light: φωταγωγός (sc. θύρα) , an opening for light, a window, Luc.", "key": "fwtagwgo/s" }