φωνασκικός
φωνασκικός
φωνασκικός, ή, όν
of or for exercising the voice, φ. ὄργανον a pitch-pipe, Plut.
from φωνασκός
{ "content": "φωνασκικός\n φωνασκικός, ή, όν\n of or for exercising the voice, φ. ὄργανον a pitch-pipe, Plut.\n from φωνασκός", "key": "fwnaskiko/s" }