φυτοσκάφος
φυτοσκάφος
φῠτο-σκάφος (ᾰ), ον,
σκάπτω
digging round plants, φ. ἀνήρ a delver, gardener, Theocr.
{ "content": "φυτοσκάφος\n φῠτο-σκάφος (ᾰ), ον,\n σκάπτω\n digging round plants, φ. ἀνήρ a delver, gardener, Theocr.", "key": "futoska/fos" }