φυλλοβολέω
φυλλοβολέω
φυλλοβολέω,
fut. -ήσω
to shed the leaves, Ar.
from φυλλοβόλος
{ "content": "φυλλοβολέω\n φυλλοβολέω,\n fut. -ήσω\n to shed the leaves, Ar.\n from φυλλοβόλος", "key": "fullobole/w" }