φυλαρχέω
φυλαρχέω
φῡλαρχέω,
fut. -ήσω
from φύλαρχος
to be or act as φύλαρχος, Xen.
{ "content": "φυλαρχέω\n φῡλαρχέω,\n fut. -ήσω\n from φύλαρχος\n to be or act as φύλαρχος, Xen.", "key": "fularxe/w" }