φρουρητός
φρουρητός
φρουρητός, ή, όν
verb. adj. of φρουρέω
watched, guarded, Anth.
{ "content": "φρουρητός\n φρουρητός, ή, όν\n verb. adj. of φρουρέω\n watched, guarded, Anth.", "key": "frourhto/s" }