φρουραρχία
φρουραρχία
φρουραρχία, ἡ,
the office or post of φρούραρχος, place of commandant, Xen.
from φρούραρχος
{ "content": "φρουραρχία\n φρουραρχία, ἡ,\n the office or post of φρούραρχος, place of commandant, Xen.\n from φρούραρχος", "key": "frourarxi/a" }