φροντιστικός
φροντιστικός
from φροντιστής
φροντιστικός, ή, όν
thoughtful, Luc.:—adv. -κῶς, Xen.
{ "content": "φροντιστικός\n from φροντιστής\n φροντιστικός, ή, όν\n thoughtful, Luc.:—adv. -κῶς, Xen.", "key": "frontistiko/s" }