φρικτός
φρικτός
φρικτός, ή, όν
verb. adj. of φρίσσω
to be shuddered at, horrible, Plut.
{ "content": "φρικτός\n φρικτός, ή, όν\n verb. adj. of φρίσσω\n to be shuddered at, horrible, Plut.", "key": "frikto/s" }