φορτηγικός
φορτηγικός
φορτηγικός, ή, όν
of or for carrying loads, πλοῖον φ. a ship of burden, Thuc., Xen.
from φορτηγός
{ "content": "φορτηγικός\n φορτηγικός, ή, όν\n of or for carrying loads, πλοῖον φ. a ship of burden, Thuc., Xen.\n from φορτηγός", "key": "forthgiko/s" }