φορτηγέω
φορτηγέω
φορτηγέω,
fut. -ήσω
φορτηγός
to carry freights or loads in ships, Hdt.
{ "content": "φορτηγέω\n φορτηγέω,\n fut. -ήσω\n φορτηγός\n to carry freights or loads in ships, Hdt.", "key": "forthge/w" }