φορητός
φορητός
φορητός, ή, όν
borne, carried, Pind.
to be borne, endurable, Aesch., Eur.
{ "content": "φορητός\n φορητός, ή, όν\n borne, carried, Pind.\n to be borne, endurable, Aesch., Eur.", "key": "forhto/s" }