φορεύς
φορεύς
φορεύς, έως,
φέρω
a bearer, carrier, Il.: ἵππος φορεύς a pack- horse, Plut.
{ "content": "φορεύς\n φορεύς, έως,\n φέρω\n a bearer, carrier, Il.: ἵππος φορεύς a pack- horse, Plut.", "key": "foreu/s" }